Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

"Πολιτιστικός ιμπεριαλισμός" εναντίον πολιτισμού





Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
 

Για το βιογραφικό του Αντωνίου Α. Αντωνάκου δείτε εδώ.



«Στο τελευταίο του έργο ο Herbert Schiller περιγράφει τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό σαν «το σύνολο εκείνων των διαδικασιών μέσα από τις οποίες μία κοινωνία εισάγεται στο διεθνές σύγχρονο σύστημα και εκείνων των μεθόδων με τις οποίες η κυρίαρχη τάξη οδηγείται με την γοητεία, την πίεση, την διαφθορά, να σφυρηλατήσει τους κοινωνικούς θεσμούς, με τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις αξίες και τις δομές τού «κέντρου» τού συστήματος ή να κάνει αυτή η ίδια την προ­παγάνδα του». Σε αυτή την «ισοπέδωση» των αξιών, τα γλωσσικά φαινόμενα διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο, και τα αγγλικά, η γλώσσα της πρώτης ιμπεριαλιστικής δύναμης, καταλαμβάνουν μία προνομιούχο θέση. Δεν είναι δυνατό πράγματι να περιοριστεί το γλωσσικό ζήτημα σε μία καθαρά τεχνική διάσταση, όπως θα ήθελαν οι κυρίαρχες ομάδες που μπορούν πάντα να βρίσκουν μία λογική και οικονομική δι­καιολογία στην κυριαρχία τους.

Μία γλώσσα πράγματι δεν είναι ένας απλός φορέας επι­κοινωνίας. Αντανακλά όλη την ιστορία, τον πολιτισμό, το σύνολο των αξιών και, όπως έλεγε ο Γκράμσι, «περιέχει τα στοιχεία μίας αντίληψης του κόσμου και μίας κουλτούρας». Δεν είναι λοιπόν ποτέ δυνατό να τροποποιηθεί ατιμώρητα ή με το αζημίωτο ένα ηχογλωσσικό σύστημα. Υπάρχουν πάντα νικητές και νικημένοι, παρόλο που οι τελευταίοι, σε πρώτη φάση, δεν αντιλαμβάνονται αμέσως την ζημιά. Αργά ή γρήγο­ρα, αν η πολιτιστική γενοκτονία δεν έχει ολοκληρωθεί, η διαδικασία απελευθέρωσης θα συνοδευθεί από την επιβεβαίωση μίας γλωσσικής ταυτότητας.
Ο κίνδυνος που απειλεί κάθε ανάλυση πολιτιστικού ιμπε­ριαλισμού, κυρίως όταν αυτός αντιμετωπίζεται μόνο από την γλωσσική του πλευρά, βρίσκεται στον περιορισμό σε ένα μόνο παράγοντα, χωρίς να ληφθούν υπόψη και οι οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο οικονομι­κός προηγείται ή γεννάει αυτόματα τον πολιτιστικό, και ότι επομένως ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μόνο ένα προϊ­όν της οικονομικής κυριαρχίας: μπορεί να υπάρχει συγχρονι­σμός ή και αντιστροφή των όρων. Όπως παρατηρεί ο Johan Galtung σε μία κριτική των εργασιών του Roy Preiswerk: "Σύμφωνα με τον Preiswerte, ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός έχει την δική του φύση. Το να απογυμνώνεις έναν λαό από τον πολιτισμό του, ισοδυναμεί με το να τον απογυμνώσεις από τις πρώτες του ύλες ή την αυτονομία του: αυτός ο τύπος ενεργείας από μόνος του είναι ένα είδος ιμπεριαλισμού και όχι μόνο επειδή αργότερα μπορεί να οδηγήσει σ' αυτόν τον τελευταίο, όπως συχνά έχει λεχθεί στο παρελθόν"».
Το ανωτέρω κείμενο ανήκει στον Μπερνάρ Κασέν, δημοσιογράφου και γενικού Διευθυντού τής "Monde Diplomatique". Αν κάποιοι σταθούν κριτικά απέναντι σε κείμενα, σαν αυτό, θα διεπίστωναν όλα, όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, που οδήγησαν στην σημερινή οικονομική και εθνοκτόνο τραγωδία. Αν και μία "ελληνική πολιτιστική διπλωματία" θα μπορούσε να οδηγήσει στον εμβολιασμό των οικονομικά ισχυρών βαρβάρων με τις ελληνικές αξίες τού ανθρωπισμού, το επίσημο ραγιαδόφρον ελλαδικό κράτος ποτέ δεν την επεδίωξε, ποτέ δεν έπραξε κάτι τέτοιο και κυρίως ποτέ δεν δίδαξε μία τέτοια προοπτική ούτε στα ίδια τα παιδιά του και στα σχολεία! Αντιθέτως, δέχεται την επίθεση ενός ανίερου "πολιτιστικού ιμπεριαλισμού", ειδικώς στο θέμα τής γλώσσης!
Την ρωμαϊκή περίοδο, ο Οράτιος απεκάλυψε (Epistolarum, II,1,156) ότι "Η Ελλάς ηττηθείσα κατέκτησε τον νικητή και εισήγαγε τις τέχνες (δηλαδή την παιδεία) στο αγροίκο Λάτιο" (Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio). Δεν είναι δικαιολογία λοιπόν το ότι η πατρίδα μας είναι αδύναμη, οικονομικώς, στρατιωτικώς κ.λπ., διότι η δύναμη, που της κληροδοτήθηκε υπάρχει σε έναν άλλο τομέα, πολύ ανώτερο, αυτόν τού πνεύματος και του πολιτισμού. Όταν όμως εμείς οι ίδιοι κάνουμε αποποίηση πατρικής κληρονομιάς, είμαστε άξιοι της τύχης μας. Κι αυτό  δεν γίνεται μόνο με τα μνημεία μας, που για το επίσημο υπουργείο πολιτισμού υπάρχουν μόνο πέντε δέκα το πολύ (Ακρόπολη, Δελφοί, Κνωσός, Θήρα, Ολυμπία, κ.λπ.), αυτά που αποδίδουν τα περισσότερα χρήματα από τους αλλοδαπούς τουρίστες που γνωρίζουν, ενώ τα περισσότερα είναι εγκαταλελειμμένα. Κυρίως γίνεται με ό,τι μας έδινε το συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ισχυρούς. Και ένα από αυτά, το κυριώτερο, είναι η γλώσσα.
Έχουμε μια γλώσσα, που "μόνο σε αυτήν μπορεί να σκεφθεί ο καθένας", κατά τον καθηγητή Μασέ Ροζέ. Μία γλώσσα, η οποία γονιμοποίησε τον παγκόσμιο λόγο. Κι αυτή την εποχή δέχεται, όπως προείπαμε, έναν «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» από την γλώσσα των κατακτητών, την αγγλική, η οποία είναι ένα «εξώγαμο τέκνο» της ελληνικής. Αυτό το εξώγαμο τέκνο απεφάσισε να εκδικηθεί την μητέρα, χρησιμοποιώντας τους "παρακοιμώμενους", υποτίθεται, "σωματοφύλακες"! Τους πολιτικούς ταγούς. Αυτοί ψήφισαν την καταστροφή τής γλώσσας και τώρα τάχα κλαίνε με "κροκοδείλια δάκρυα" για ό,τι χάσαμε. Χρησιμοποιούν μάλιστα την σοφιστική μέθοδο της γενικεύσεως. "Κατεστράφη", λένε, "η γλώσσα". Η γλώσσα, βεβαίως, δεν κατεστράφη μόνη της. Αυτοί την κατέστρεψαν με τους νόμους τους.
Ο Μπερνάρ Κασέν, όμως, είναι σαφής, παραθέτοντας την γνώμη τού Galtung: "Το να απογυμνώνεις έναν λαό από τον πολιτισμό του, ισοδυναμεί με το να τον απογυμνώσεις από τις πρώτες του ύλες ή την αυτονομία του". Αλλά εδώ έγινε η εφαρμογή τού σχεδίου, όπως το είχε δηλώσει ο Κίσσιγκερ: "Ο ελληνικός λαός πρέπει να πληγεί στις πολιτιστικές του ρίζες. Γλώσσα, θρησκεία, ιστορία, πολιτισμό". Η ιστορία, έτσι, δεν θα γράφεται με το αίμα των ηρώων αλλά με διακρατικές συμφωνίες (όπως αυτή των Γιωργάκη-Τζεμ). Αλλά και η γλώσσα πλέον αντανακλά την επιβολή των ισχυρών επί των ραγιαδοφρόνων, των εκτελούντων συμβόλαια θανάτου της ελληνικής έναντι μιας καρέκλας, πολιτικής, πανεπιστημιακής, ακαδημαϊκής!
Η διαπίστωση ότι «μία γλώσσα πράγματι δεν είναι ένας απλός φορέας επικοινωνίας, διότι αντανακλά όλη την ιστορία, τον πολιτισμό, το σύνολο των αξιών και, όπως έλεγε ο Γκράμσι, "περιέχει τα στοιχεία μίας αντίληψης του κόσμου και μίας κουλτούρας"» είναι απολύτως σωστή. Η  διαπίστωση ακόμη ότι "δεν είναι λοιπόν ποτέ δυνατό να τροποποιηθεί ατιμώρητα ή με το αζημίωτο ένα ηχογλωσσικό σύστημα", καθώς και ότι "υπάρχουν πάντα νικητές και νικημένοι, παρ’όλο που οι τελευταίοι, σε πρώτη φάση, δεν αντιλαμβάνονται αμέσως την ζημιά", πρέπει να συγκλονίσει κάθε σκεπτόμενο Έλληνα. Αν υπάρχουν τέτοιοι ανάμεσα στους "γλωσσολόγους", που επιδιώκουν την "φωνητική γραφή" και τους πολιτικάντηδες, που τους στηρίζουν "σαν επιστήμονες"!
Σε μία ισοπέδωση αξιών πράγματι τα αγγλικά καταλαμβάνουν μία προνομιούχο θέση ως γλώσσα της πρώτης ιμπεριαλιστικής δύναμης. Και το θέμα είναι ότι οι πολιτικοί, διά των αφρόνων πράξεών τους, καθώς και οι ανόητοι ψηφοφόροι τους φρόντισαν και φροντίζουν, να αποψιλώσουμε την γλώσσα μας από κάθε ζωτικό όργανο (πολυτονικό, γ΄κλίση ονομάτων, προθέσεις, ιστορική ορθογραφία, ιστορική γραμματική κ,λπ,) αντικαθιστώντας τα ελληνικά δεδομένα με βαρβαρισμούς, σολοικισμούς, greeklish, αγγλική ορολογία, και πλείστα άλλα. Η τελική διαπίστωση τού Κασέν ότι αυτός ο τύπος ενέργειας, το να απογυμνώνεις, δηλαδή, έναν λαό από τον πολιτισμό του, ισοδυναμεί με το να τον απογυμνώσεις από τις πρώτες του ύλες ή την αυτονομία του και από μόνος του είναι ένα είδος ιμπεριαλισμού που αργότερα μπορεί να οδηγήσει σε αυτόν τον τελευταίο», μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε ότι για ακόμα μία φορά οι κερκόπορτες της αλώσεως άνοιξαν από μέσα, καθώς και ότι η άλωση που υφιστάμεθα οφείλεται σε έναν συνεχή "πολιτικό ραγιαδισμό", για τον οποίο εμείς οι ίδιοι είμαστε υπεύθυνοι.
Το ερώτημα είναι: Δεν γνώριζαν οι πνευματικοί μας φωστήρες τα κείμενα αυτά; Κι αν δεν τα γνώριζαν, δεν είδαν στην πράξη τις "συνέπειες της άγνοιάς τους"; Δεν διεπίστωσαν τα αποτελέσματα; Η απάντηση είναι απλή. Βεβαίως και τα διεπίστωσαν. Όμως ως εντολοδόχοι έπρεπε να είναι οι εφαρμοστές τού σχεδίου. Εφάρμοσαν την σταδιακή καταστροφή σε συνδυασμό με την μέθοδο τού "φονεύειν διά της σιωπής", αποκλείοντας από την δημοσιότητα κάθε μορφή διαμαρτυρίας. Κάθε αντίθετη άποψη αποσιωπάται, ενώ κάθε καταστροφική άποψη προβάλλεται. Οι καταστροφείς γίνονται τιμητές και οι πολιτικοί, ταγμένοι στον ραγιαδισμό, σιωπούν! Όχι μόνο όσοι καλύπτονται θεωρητικά και πρακτικά από αυτό αλλά και όσοι, υποτίθεται, ότι ήσαν κάποτε υπερασπιστές της!